Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012


Η υποχρέωση που έχει αναλάβει η Ελλάδα έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καλύψει το 20% των ενεργειακών αναγκών της μέσω ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μέχρι το 2020 με παράλληλη μείωση κατά το ίδιο ποσοστό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, επιβάλει την πραγματοποίηση επενδύσεων που θα φτάσουν και ίσως να ξεπεράσουν τα 50 δις ευρώ. Τα προγράμματα green banking των εγχώριων τραπεζών αναμένεται να αποτελέσουν το σημαντικότερο μοχλό ανάπτυξης των «πράσινων» επενδύσεων στη χώρα μας καθώς τα ποσοστά επιδοτήσεων κυμαίνονται από 30% έως 50% κάτι που σημαίνει ότι το ήμισυ και πλέον των επενδύσεων θα πρέπει να καλυφθεί από ιδιωτικά κεφάλαια και τραπεζικό δανεισμό. Ωστόσο υπάρχουν και προγράμματα εκ μέρους των τραπεζών που καλύπτουν σε ποσοστό 100% κάποιες επενδύσεις. Για την επόμενη πενταετία υπολογίζεται ότι ποσό της τάξης των 10 δις ευρώ θα «απελευθερωθεί» από τις τράπεζες για την υλοποίηση των πράσινων στόχων της χώρας.  
Το green banking καλύπτει κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα που έχει στόχο την προστασία ή τη μείωση της ρύπανσης του περιβάλλοντος. Από την παραγωγή ενέργειας μέσω ανανεώσιμων πηγών (φωτοβολταϊκά, αιολικά πάρκα, βιομάζα κλπ), την εξοικονόμηση ενέργειας (βιοκλιματικά-ενεργειακά κτήρια, οικολογική δόμηση κλπ.), τις «πράσινες» μεταφορές (μεταφορικά μέσα με χαμηλές εκπομπές CO2, υβριδικά αυτοκίνητα, επαγγελματικά οχήματα με φυσικό αέριο κλπ), τη βιολογική γεωργία, μέχρι την πράσινη χημεία (ήπια απορρυπαντικά, βιοπολυμερή, φυτικά καλλυντικά) και τον αγροτουρισμό.




ΟΥΡΑΓΟΣ Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΙΣ ΑΠΕ
Σε ότι αφορά την παραγωγή ενέργειάς από ΑΠΕ η χώρα μας είναι ουραγός σε σχέση με τις περισσότερες προηγμένες χώρες της δυτικής και βόρειας Ευρώπης παρά το γεγονός ότι έχει πολύ πιο πλούσιο αιολικό δυναμικό και ηλιοφάνεια από αυτές.
Οι κύριοι λόγοι της υστέρησης που επέδειξε η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ήταν η γραφειοκρατία, οι αλλαγές του νομοθετικού πλαισίου, το χωροταξικό πρόβλημα, οι ανεπαρκείς υποδομές των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών. Πολλά από αυτά τα προβλήματα λύνονται σταδιακά το τελευταίο διάστημα με αποτέλεσμα να προχωρούν πιο γρήγορα οι επενδύσεις. Σε ότι αφορά το νομοθετικό πλαίσιο τα στελέχη της τραπεζικής αγοράς θεωρούν ότι οι ΑΠΕ είναι ο μόνος τομέας που παρέχονται εγγυήσεις ενώ και οι τιμές πώλησης είναι εξασφαλισμένες από το νόμο. Το επενδυτικό ενδιαφέρον προέρχεται τόσο από εγχώριους όσο και διεθνείς επιχειρηματικούς ομίλους και θα βαίνει αυξανόμενο όσο θα ξεπερνιούνται τα γραφειοκρατικά και άλλα εμπόδια δεδομένων των πλεονεκτημάτων που έχει η χώρα μας δηλαδή το αιολικό και υδρολογικό δυναμικό καθώς και την αυξημένη ηλιοφάνεια. Η καθυστέρηση της ανάπτυξης των ΑΠΕ, τα τελευταία χρόνια δημιουργεί τόσο στις τράπεζες όσο και στους επενδυτές την αισιοδοξία ότι ο κλάδος θα «τρέξει» με μεγαλύτερη ταχύτητα στο άμεσο μέλλον με πολλαπλά οφέλη για τη δοκιμαζόμενη ελληνική οικονομία, όπως είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αλλά και η μείωση της ανεργίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι θέσεις εργασίες που αναμένεται να δημιουργηθούν μέσα στην επόμενη τετραετία από τις ΑΠΕ θα φτάσουν τις 55.000.  Σε ότι αφορά την έως τώρα ανάπτυξη αιολικών πάρκων τα περισσότερα είναι εγκατεστημένα στη Θράκη, την Εύβοια και σε μεγάλα νησιά όπως η Κρήτη, η Ρόδος, η Μυτιλήνη και η Κεφαλονιά.
Η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας και των ΑΠΕ γενικά, έχει οδηγήσει σε κλείσιμο συμβατικών και πυρηνικών σταθμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την περίοδο 2000-2009 στην Ενωμένη Ευρώπη η συνολική εγκατεστημένη ισχύ των στερεών καυσίμων (άνθρακα, λιγνίτη) μειώθηκε κατά 12.010 MW, του πετρελαίου κατά 12.920 MW και των πυρηνικών κατά 7.205 MW. Η τάση αυτή είναι διαρκώς και πιο έντονη. Χαρακτηριστικά το 2009, η συνολική καθαρή αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος για ηλεκτροπαραγωγή στη Ευρώπη προήλθε κατά 77% από ΑΠΕ εκ των οποίων το 50% από αιολικά πάρκα και 21% από φωτοβολταϊκά. Στην Ελλάδα όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι η εκμετάλλευση του αιολικού δυναμικού πρέπει να αποτελέσει έναν από τους στρατηγικούς στόχους της χώρας για την πράσινη ανάπτυξη. Είναι ενδεικτικό ότι ένα αιολικό πάρκο 40MW σε μια περιοχή με σχετικά καλό αιολικό δυναμικό (2.750 ισοδύναμες ώρες), παράγει ετησίως 110.000 MWh και εξοικονομεί 93 χιλιάδες τόνους CO2 προσφέροντας όφελος της τάξης των 2,8 εκατ. ευρώ κάθε έτος στην εθνική οικονομία (30 ευρώ/tn) ή όφελος 70.000 ευρώ/MW κάθε έτος. Σχετικά με την φιλολογία για τις επιπτώσεις των αιολικών πάρκων στον τουρισμό και τις αντιδράσεις που υπάρχουν στις τοπικές κοινωνίες με το επιχείρημα ότι μειώνουν την ελκυστικότητα των νησιών και των βουνών ή ότι μειώνουν την αξία της γης στην οποία εγκαθίστανται, έρευνες έχουν αποδείξει ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Μάλιστα το αιολικό πάρκο Παναχαϊκού που αποτελείται από 57 ανεμογεννήτριες αποτελεί το δεύτερο πιο πολυφωτογραφημένο θέμα για τους τουρίστες στην περιοχή μετά τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, ενώ κάτι αντίστοιχο ισχύει και για το αιολικό πάρκο της Ανάβρας. 


ΣΤΙΕΣ ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΣΤΑ ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΑ
Για τα φωτοβολταϊκά συστήματα η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει στόχο να συμμετέχουν στο συνολικό ενεργειακό μείγμα κατά 12% μέχρι το 2020. Αυτό σημαίνει ότι για το σύνολο της Ευρώπης η συνολική εγκατεστημένη ισχύς πρέπει να φτάσει τα 390 GWp, ενώ αντίστοιχα στην Ελλάδα τα 6 GWp πάντα μέχρι το 2020. Αν και τα δύο τελευταία χρόνια ο ρυθμός αύξησης των νέων εγκαταστάσεων φωτοβολταϊκών έχει αυξηθεί η ελληνική αγορά βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο ανάπτυξης.  Υπολογίζεται ότι για τα επόμενα 10 χρόνια θα πραγματοποιηθεί ένας ετήσιος μέσος όρος εγκαταστάσεων περίπου 300 MWp προκειμένου να επιτευχθεί σε ένα μεγάλο βαθμό μέρος του εθνικού μας στόχου.  Τα φωτοβολταϊκά συστήματα μπορούν να συνδεθούν με το ηλεκτρικό δίκτυο σαν μικρά, μεσαία ή μεγάλα αποκεντρωμένα συστήματα παραγωγής και να συνεισφέρουν στη μείωση της αιχμής ζήτησης, λόγω σύμπτωσης το καλοκαίρι με τη μεσημεριανή αιχμή. Παράλληλα με την επιτόπια κατανάλωση μειώνονται οι απώλειες, λόγω του ότι δεν υπάρχει ανάγκη μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας από τους κεντρικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Η τιμή των φωτοβολταϊκών συστημάτων είναι αρκετά χαμηλή, ώστε εδώ και χρόνια να αποτελούν την οικονομικότερη λύση για την ηλεκτροδότηση αυτόνομων συστημάτων, μακριά από το ηλεκτρικό δίκτυο, εφαρμογές χαμηλής κατανάλωσης σε καταναλωτικά προϊόντα (αριθμομηχανές κ.λπ.). Η σημαντική πτώση των τιμών, όμως, ήρθε με την προώθηση των εφαρμογών μέσω προγραμμάτων με ειδική τιμή για την πώληση της ενέργειας στο ηλεκτρικό δίκτυο και την επένδυση της βιομηχανίας σε μονάδες παραγωγής φωτοβολταϊκών σε μεγάλη κλίμακα, λόγω των προγραμμάτων προώθησης.
Ανάλογα με το ηλιακό δυναμικό κάθε χώρας, το κόστος πώλησης της ηλεκτρικής ενέργειας στους καταναλωτές και τη μειούμενη τιμή αγοράς των Φ/Β συστημάτων, το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να υπολογίζονται οι επιδοτήσεις, μειώνεται. Ήδη, στη Νότια Ιταλία, το κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού από Φ/Β είναι περίπου ίσο με αυτό που πληρώνουν οι καταναλωτές. Με τη συνεχιζόμενη μείωση των τιμών των Φ/Β, η σχέση αυτή θα γίνεται θετική για τα Φ/Β για ολοένα και περισσότερες χώρες. Σημαντικές φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις υπάρχουν αυτή τη στιγμή σε όλη την Ελλάδα  από τον Έβρο, τη Δράμα, το Κιλκίς την Κοζάνη, την Ηλεία, τη Μεσσηνία, και την Κρήτη.